Ελλάδα | 03.02.2014

Γρηγορόσημα, φακελάκια, πολιτικά ρουσφέτια καλά κρατούν, ενώ ενδιαφέροντα είναι και τα στοιχεία για την ελευθερία του Τύπου, προκειμένου να αποκαλύψει τα κακώς κείμενα

Από τους υψηλότερους δείκτες διαφθοράς στην ΕΕ εξακολουθεί να καταγράφει η Ελλάδα, μετά από δύο μνημόνια και πλήθος επιτροπών με τη συμμετοχή μάλιστα ξένων εμπειρογνωμόνων για την καλύτερη λειτουργία και τη διαφάνεια στο κράτος, σύμφωνα με το σχετικό Ευρωβαρόμετρο και την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη διαφθορά στα κράτη-μέλη της ΕΕ, που δόθηκαν στη δημοσιότητα στις Βρυξέλλες, την Δευτέρα.

Γρηγορόσημα, φακελάκια, πολιτικά ρουσφέτια καλά κρατούν, ενώ ενδιαφέροντα είναι και τα στοιχεία για την ελευθερία του Τύπου, προκειμένου να αποκαλύψει τα κακώς κείμενα.

Βεβαίως η διαφθορά δεν είναι μόνο πληγή της Ελλάδας. Η έκθεση της Επιτροπής επισημαίνει ότι η διαφθορά πλήττει όλα τα κράτη-μέλη και κοστίζει στην ευρωπαϊκή οικονομία γύρω στα 120 δισ. ευρώ ετησίως.

Τα κράτη-μέλη έχουν αναλάβει πολλές πρωτοβουλίες τα τελευταία χρόνια, αλλά τα αποτελέσματα είναι άνισα και θα πρέπει να γίνουν περισσότερα για την πρόληψη και τιμωρία της διαφθοράς.

 

Πολύπλοκοι νόμοι κατά της διαφθοράς

Ειδικότερα για την Ελλάδα, η έκθεση της Επιτροπής επισημαίνει ότι το 2013, με τη στρατηγική καταπολέμησης της διαφθοράς καλύφθηκε ένα μεγάλο υφιστάμενο κενό και έγινε ένα σημαντικό βήμα για την αντιμετώπιση της διαφθοράς στη χώρα.

Σημειώνει, ωστόσο, ότι σύμφωνα με την Ομάδα Κρατών κατά της Διαφθοράς (GRECO) του Συμβουλίου της Ευρώπης, το νομικό πλαίσιο κατά της διαφθοράς στην Ελλάδα είναι υπερβολικά περίπλοκο και κατακερματισμένο, επηρεάζοντας την εφαρμογή του.

 

Με φακελάκι και γνωριμίες κάνεις τη δουλειά σου

Σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο για τη διαφθορά, το 63% των Ελλήνων ερωτηθέντων πιστεύουν ότι η διαφθορά επηρεάζει την καθημερινή τους ζωή (μέσος όρος ΕΕ: 26%) και το 80% ότι η ευνοιοκρατία και η διαφθορά παρεμποδίζουν τον ανταγωνισμό των επιχειρήσεων στην Ελλάδα (μέσος όρος ΕΕ: 69%).

Επίσης, σύμφωνα με το 95% των Ελλήνων ερωτηθέντων υπάρχει διαφθορά σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο (μέσος όρος ΕΕ: 77%) και το 93% θεωρούν ότι η δωροδοκία και η χρήση διασυνδέσεων είναι συχνά ο ευκολότερος τρόπος για την πρόσβαση σε δημόσια υπηρεσία (μέσος όρος ΕΕ: 73%).

Επιπλέον, χαμηλές είναι οι επιδόσεις της Ελλάδας όσον αφορά τον δείκτη της ελευθερίας του Τύπου.

Σύμφωνα με την έκθεση του οργανισμού Freedom House για τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης το 2013, η Ελλάδα κατατάσσεται στις χώρες όπου ο Τύπος αξιολογείται ως «εν μέρει ελεύθερος».

Όπως τονίζει η έκθεση της Επιτροπής, «η οικονομική αδυναμία και ένα επιλεκτικά εφαρμοζόμενο κανονιστικό πλαίσιο κατέστησαν τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης ιδιαίτερα ευάλωτα σε ενδεχόμενες αθέμιτες πιέσεις».

Εξάλλου, στον τομέα της υγείας, η έκθεση της Επιτροπής επισημαίνει ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις όσον αφορά τη διαφθορά.

«Οι άτυπες πληρωμές και οι προμήθειες εξοπλισμού και φαρμάκων πλήττονται από τη διαφθορά», αναφέρει η Επιτροπή.

Σύμφωνα δε με το Ευρωβαρόμετρο, το 11% των Ελλήνων ερωτηθέντων που επισκέφθηκαν δημόσιες ιατρικές εγκαταστάσεις κατά το προηγούμενο έτος, παραδέχθηκαν ότι κατέβαλαν πρόσθετη πληρωμή («φακελάκι») (μέσος όρος ΕΕ: 5%) και εξ αυτών 24% αισθάνθηκαν ότι όφειλαν να προβούν σε πρόσθετη πληρωμή ή να προσφέρουν κάποιο δώρο, πριν από την παροχή της περίθαλψης.

Επιπλέον, η έρευνα της Transparency International (Διεθνής Διαφάνεια) για το 2011 σχετικά με τη δωροδοκία ήσσονος σημασίας στην Ελλάδα, υπολόγισε την πρόσθετη πληρωμή -«φακελάκι»- που δίνεται συνήθως στα δημόσια νοσοκομεία για χειρουργικές επεμβάσεις από 100 έως 30.000 ευρώ, για ταχύτερη θεραπεία από 30 έως 20.000 ευρώ και για ιατρικές εξετάσεις από 30 έως 500 ευρώ.

Επισημαίνεται επίσης ότι γίνονται άτυπες πληρωμές για την απόκτηση πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη, την παράκαμψη της λίστας αναμονής ή την εξασφάλιση της παροχής ιατρικής περίθαλψης από συγκεκριμένο ειδικό ιατρό.

 

«Λάδωμα» εφοριακών

Όσον αφορά τη φορολογική διοίκηση, η έκθεση της Επιτροπής υπογραμμίζει το σημαντικό κόστος που συνεπάγονται για το ελληνικό κράτος οι πρακτικές διαφθοράς που διευκολύνουν τη φοροδιαφυγή.

Πρόσφατες μελέτες για την ανάπτυξη της παραοικονομίας, υπολόγισαν ότι το κόστος αυτό έφτασε το 2012 σε επίπεδα της τάξης του 24,3% του ΑΕΠ.

Η έκθεση σημειώνει ότι πρώην επικεφαλής του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) δήλωσε το 2011 ότι η Ελλάδα ήταν σε θέση να εισπράξει μόνο το 20% των προστίμων που επιβάλλονται για φοροδιαφυγή.

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, ποσοστό ύψους 40% συνήθως διαγράφεται και το υπόλοιπο 40% κατακρατείται από τους αρμόδιους για τη διαδικασία εφοριακούς υπαλλήλους. Κατά τις ίδιες εκτιμήσεις, σε περιπτώσεις επιστροφών φόρου, 10% του ποσού υπεξαιρείται επίσης από διεφθαρμένους υπαλλήλους.

Η έκθεση της Επιτροπής υπενθυμίζει μάλιστα ότι βρίσκεται σε εξέλιξη η έρευνα για τη λεγόμενη «Λίστα Λαγκάρντ», η οποία αφορούσε κατάλογο περίπου 2.000 Ελλήνων υπηκόων (συμπεριλαμβανομένων επιχειρηματιών και συγγενών ή συνεργατών πολιτικών) με λογαριασμούς σε ελβετικές τράπεζες, οι οποίοι εικάζεται ότι φοροδιέφευγαν.

Σχετικά με τις διαδικασίες των δημοσίων συμβάσεων, η έκθεση της Επιτροπής επισημαίνει ότι υπάρχουν ευάλωτα σημεία στη διαφθορά.

Σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο, το 76% των Ελλήνων ερωτηθέντων πιστεύουν ότι η διαφθορά είναι ευρέως διαδεδομένη στις δημόσιες συμβάσεις, τις οποίες διαχειρίζονται οι εθνικές Αρχές (μέσος όρος ΕΕ: 56%) και 94% πιστεύουν το ίδιο για τις συμβάσεις τις οποίες διαχειρίζονται οι τοπικές Αρχές (μέσος όρος ΕΕ: 60%).

Ειδικότερα, οι ερωτηθέντες δήλωσαν ότι οι ακόλουθες πρακτικές είναι ευρέως διαδεδομένες στις δημόσιες συμβάσεις: προσαρμογή της συγγραφής υποχρεώσεων προς όφελος συγκεκριμένων εταιρειών (81%), συγκρούσεις συμφερόντων κατά την αξιολόγηση των προσφορών (87%), συμμετοχή των προσφερόντων κατά τον σχεδιασμό της συγγραφής υποχρεώσεων (81%), κατάχρηση των διαδικασιών με διαπραγμάτευση (75%), αθέμιτες προσφορές (73%), ασαφή κριτήρια επιλογής ή αξιολόγησης (73%), κατάχρηση των λόγων έκτακτης ανάγκης για την αποφυγή ανταγωνιστικών διαδικασιών (72%) και τροποποιήσεις των συμβατικών όρων μετά τη σύναψη της σύμβασης (55%).

Αυτά τα ποσοστά συγκαταλέγονται στα υψηλότερα της ΕΕ.

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Newsroom

Όλες οι ειδήσεις

Διαβάζονται τώρα